Ονομαζομένη Ασημίνα του Αντρέα Δούκα

 Γυναίκα του ναυάρχου των Ψαριανών Νικολή Αποστόλη

—της Χριστίνας Βάρδα—

Η αλληλογραφία του γάλλου προξένου στη Σμύρνη, P.E. David[1] με τους προκρίτους των νησιών του Αρχιπελάγους και ιδιαίτερα  με τους Ψαριανούς, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς επικεντρώνεται σε θέματα σχετικά με τις πειρατικές δραστηριότητες των ελλήνων ναυτικών, με κυρίαρχο αυτό της βίαιης οικειοποίησης λειών: πλοίων, εμπορευμάτων αλλά και αιχμαλώτων. Όλα  τους, είδη ανταλλάξιμα και εμπορεύσιμα.

Ίσως το ζήτημα των αιχμαλώτων κατά την περίοδο της ελληνικής επανάστασης να είναι αρκούντως γνωστό –κυρίως μέσα από την εξιστόρηση τόσο των αλώσεων φρουρίων και πόλεων (Μεσολόγγι, Τριπολιτσά), όσο και των διαφόρων μαχών- αλλά οι πρακτικές απελευθέρωσης, καθώς και οι πολιτικές και διπλωματικές προεκτάσεις τους στην Ελλάδα, στην Ανατολή  αλλά και στην Ευρώπη της εποχής, έχουν, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, ελάχιστα μελετηθεί[2].

Στη βασική και ιδιαίτερα κατατοπιστική για το θέμα μελέτη του Απ. Βακαλόπουλου[3], οι αιχμάλωτοι των Ελλήνων χωρίζονται σε τέσσερις κατηγορίες: σε όσους προέρχονταν από τους κυρίως αιχμαλώτους πολέμου στη διάρκεια των μαχών, σε άνδρες και γυναικόπαιδα  που βρέθηκαν στην ύπαιθρο χωρίς να έχουν μπορέσει εγκαίρως να κλειστούν στα φρούρια, σε όσους αιχμαλωτίστηκαν κατά την παράδοση ή άλωση φρουρίων ή οχυρωμένων πόλεων και τέλος στους αιχμαλώτους που προέρχονταν από τους τουρκικούς πληθυσμούς των μικρασιατικών παραλίων ή ήσαν επιβάτες τουρκικών και αιγυπτιακών εμπορικών και πολεμικών πλοίων, που έπιαναν οι έλληνες ναυτικοί της Ύδρας, των Σπετσών, των Ψαρών και της Σάμου στις θαλάσσιες περιπολίες τους και όχι μόνο. Όσο για την τύχη των αιχμαλώτων, αυτή ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις. Άλλοτε θανατώνονται, άλλοτε ανταλλάσσονται ή γίνονται αντικείμενο αγοραπωλησίας. Οι γυναίκες και οι θυγατέρες των επισήμων αργά ή γρήγορα εξαγοράζονταν, ενώ οι άνδρες συνήθως θανατώνονταν, εκτός από τους γιατρούς που ήσαν λιγοστοί και άρα ιδιαίτερα χρήσιμοι. Όσον αφορά τις αγοραπωλησίες και εξαγορές αιχμαλώτων, η αλληλογραφία των Ψαριανών, Σπετσιωτών και  Σαμίων με τον David κομίζει πιστεύω ενδιαφέροντα στοιχεία.

Από το σύνολο των επιστολών που αντάλλαξε ο David με τους Ψαριανούς και τους Σπετσιώτες, την περίοδο 1823-1824 και που σώζονται στο αρχείο του[4], οι μισές περίπου αναφέρονται σε εξαγορές ή ανταλλαγές  Ελλήνων, Τούρκων, Αράβων ή Εβραίων αιχμαλώτων. Δεν είναι τυχαίες οι αμοιβαία καλές σχέσεις του David με τους Έλληνες και ιδιαίτερα τους Ψαριανούς.  Η γειτνίαση των Ψαρών με το λιμάνι της Σμύρνης και η στάση του που έσωσε τόσους Έλληνες όταν τους προσέφερε καταφύγιο στο γαλλικό προξενείο, τον Απρίλιο του 1821 στο ξεκίνημα της Επανάστασης, ήταν καθοριστικές. Οι Έλληνες τους χρωστούσαν ευγνωμοσύνη και χρειάζονταν την φιλική υποστήριξή της χώρας του και του ιδίου. Με αυτά τα δεδομένα ο ίδιος  πληρούσε τους όρους ενός  ιδανικού μεσολαβητή τόσο για τους Τούρκους όσο και για τους Έλληνες.

Από την ανάγνωση και μελέτη των επιστολών αναδύονται ενδιαφέρουσες, μικρές, πικρές ιστορίες, τις οποίες διατρέχουν ο ανθρώπινος παράγοντας  και οικονομικά οφέλη.

Τον Φεβρουάριο του 1823 ο David ζητά από τους Ψαριανούς, ως προσωπική χάρη, την επιστροφή του Μεχμέτ Ρέις και του νεαρού Αλή Χουσεΐν που χρησιμοποιούσε για δουλειές στο σπίτι του στη Σμύρνη —που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι με το καΐκι τους—, υποσχόμενος να ανταποδώσει την εξυπηρέτηση, ενώ ρωτά μήπως ο πλοίαρχος θέλει κάποια πληρωμή. Οι Ψαριανοί τους ελευθερώνουν και τους στέλνουν πίσω, χωρίς χρήματα, σε ένδειξη της ευγνωμοσύνης τους «στον φιλάνθρωπο ευεργέτη του ελληνικού έθνους». Τον Μάρτιο ζητά τον Σαβί Μεχμέτ, αλλά οι Ψαριανοί του απαντούν ότι ο Τούρκος πουλήθηκε στο Καραπουρνού για 500 γρόσια πριν φτάσει στο νησί τους. Στις 30 Ιουνίου οι Ψαριανοί έχουν πληροφορηθεί, καθώς γράφουν, ότι οι δελιμπασήδες του πασά της Σμύρνης έχουν φέρει τέσσερις έλληνες αιχμαλώτους και ζητούν να γίνει ανταλλαγή με τέσσερις Τoύρκους Σμυρναίους, τους οποίους κρατούν εκείνοι. Στις 6 Σεπτεμβρίου, οι Ψαριανοί ζητούν την μεσολάβησή του για την απελευθέρωση του πλοιάρχου Σταματάρα και των συντρόφων του, που τελικά στασίασαν και ελευθερώθηκαν μόνοι τους. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, ο David ζητά την απελευθέρωση του Σελεβρία Μουσταφά, αλλά οι Ψαριανοί βεβαιώνουν τη θανάτωσή του πριν φτάσει στο νησί. Τον επόμενο μήνα γίνεται αναφορά σε έναν Άραβα που αναζητά ο David, ενώ οι Ψαριανοί του απαντούν ότι τον έχουν στείλει (διάβαζε πουλήσει) από καιρό στην Αθήνα καθώς και σε έξι Τούρκους και οκτώ τουρκικά πλοία που είχαν συλλάβει οι Ψαριανοί στα Ουρλά. Τα μεν πλοία πουλήθηκαν σε δημοπρασία, οι δε Οθωμανοί δεν είχαν φθάσει ακόμα στα Ψαρά. Το Μάρτιο του 1824 οι Ψαριανοί ζητούν πίσω ένα ψαριανό πλοίο και τέσσερις ναύτες που κρατούνται στη Σμύρνη.

Την εικόνα των αιτημάτων συμπληρώνουν οι επιστολές του David προς τους προκρίτους των Σπετσών. Στην πρώτη (8 Φεβρουαρίου 1823) μεσολαβεί για το γάλλο πρόξενο στην Τρίπολη που ζητά τον Αλγερινό Μεχμέτ Ντρίμπιτσα, επιβάτη αυστριακής εμπορικής γολέτας που αιχμαλωτίστηκε από σπετσιώτικο πειρατικό μπρίκι, αλλά οι Σπετσιώτες του απαντούν ότι  προσπαθώντας να δραπετεύσει θανατώθηκε. Σε δύο άλλες (20 και 22 Απριλίου 1823) ζητά την επιστροφή τουρκικής σακολέβας για την παραλαβή της οποίας στέλνει με το διοικητή της  γαλλικής ναυτικής μοίρας 2.200 γρόσια καθώς και την απελευθέρωση της εντεκάχρονης Αϊσέ, κόρης του Αχμέτ αγά του Ναυαρίνου που βρίσκεται στο σπίτι του Κωνσταντή, συγγενή του ναυάρχου των Σπετσών Γ. Κολανδρούτσου. Η Αϊσέ παραδίδεται στα χέρια του γάλλου ναυτικού και επιστρέφει τελικά στη Σμύρνη με τον κύριο Gaston de Missiessi. Όταν ο πατέρας παίρνει πίσω την κόρη του, ο David, που παρευρίσκεται στην παράδοση, σχολιάζει τη συγκίνηση της συνάντησης και την απορία του που μαζί με την Αϊσέ, του επιστρέφεται και το πουγγί με τα  χρήματα (850 πιάστρα) που είχε καταβάλει για την απελευθέρωσή της, αφού οι Σπετσιώτες έκριναν «απρεπές» να εισπράξουν τα λύτρα[5]. Στην τελευταία επιστολή του προς τους προκρίτους Σπετσών (17 Νοεμβρίου1823) ζητά τον οκτάχρονο Μεχμέτ Εμίν που ήταν σκλαβωμένος μαζί με τη μητέρα του, την οποία όταν ο κύριός της την ελευθέρωσε, της υποσχέθηκε να της στείλει πίσω και το γιο της. Την κορωνίδα της οικονομικής συναλλαγής του δουλεμπορίου προσφέρουν οι δύο επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ David και προκρίτων της Σάμου (20 και 16/28 Ιουνίου 1823 αντίστοιχα). Ο David ζητά την εξαγορά δύο προστατευομένων του, Ισραηλιτών, του Ελία Ζοχάμη και του οκτάχρονου γιου του Μορένο Ραφαήλ για τους οποίους προτείνει ως ανώτατο ποσό εξαγοράς 2.000 πιάστρα, ενώ ζητά όσο το δυνατόν χαμηλότερη τιμή ως αναγνώριση των υπηρεσιών που έχει προσφέρει στους Έλληνες. Εκ μέρους των Σαμίων του απαντά ο Κωνσταντίνος Λαχανάς λέγοντας ότι οι δύο Εβραίοι πιάστηκαν στα μικρασιατικά παράλια από έλληνες πειρατές  που τους έφεραν στη Σάμο και τους φέρθηκαν βάναυσα. Οι δύο σκλάβοι ικέτευσαν την κοινότητα να τους εξαγοράσει για οποιαδήποτε τιμή, υποσχόμενοι ότι θα τους ξεπλήρωναν. Και συνεχίζει ο σάμιος πρόκριτος γράφοντας ότι από ανθρωπισμό αποφάσισαν την εξαγορά τους ύστερα από πολλά παζάρια, για 15.000 πιάστρα, τα οποία πλήρωσαν μισά σε χρυσό και μισά σε ασήμι.  Επειδή προφανώς η οικονομική κατάσταση του νησιού τους είναι  προβληματική —η Σάμος καθυστερούσε τη συγκέντρωση και πληρωμή σε είδος και χρήματα της αναλογίας της στις εθνικές προσόδους—, προτείνει στον David την εξαγορά τους στη τιμή των 45.000 πιάστρων. Με αρχική προτεινόμενη τιμή 2.000 πιάστρων, τα 45.000 που ζητούν είναι 22 φορές υψηλότερη τιμή για το ίδιο «εμπόρευμα»!

 

Νικολής Αποστόλης

Θα ήθελα να σταθώ και να παραθέσω την επιστολή[6] ενός επώνυμου Ψαριανού προς τον γάλλο πρόξενο, του ναυάρχου των Ψαριανών καπετάν Νικολή Αποστόλη[7]. Η επιστολή είναι γραμμένη λίγο μετά την καταστροφή της πατρίδας του, που συντελέστηκε μεταξύ 20 και 22 Ιουνίου 1824, αφού είχαν προηγηθεί πολλά μηνύματα κινδύνου για τις κινήσεις και τις προθέσεις του εχθρού, οι προειδοποιήσεις των Ψαριανών προς τη Διοίκηση και η μοιραία αδράνεια του ελληνικού στόλου, που οφειλόταν κυρίως στη στάση και την υπεροψία των Υδραίων[8], λόγω του ανταγωνισμού τους με τους ναυτικούς και προκρίτους των Ψαρών και Σπετσών.

Προς τον εξοχώτατον γενικόν κόνσολον του χριστιανικωτάτου
βασιλέως της Γαλλίας!

Η φιλανθρωπία, ήτις βασιλεύει εις την καρδίαν σου, αναμφιβό
λως, καθώς και άλλοτε, σ’ ενώπλισε και τώρα εις την ανέλπιστον κα-
ταστροφήν της Πατρίδος μου προς υπεράσπισιν της ανθρωπότητος.
αλλ’ επειδή μεταξύ των αιχμαλωτισθέντων ηχμαλωτίσθη και η συ-
ζυγός μου, ονομαζομένη Ασημίνα του Αντρέα Δούκα ως 48: χρονών,
παρακαλώ, και ελπίζω εις την φιλανθρωπίαν σου, ότι αμέσως
και εμμέσως θέλεις ερευνήση να την εύρης, και ευρών να την
εξαγοράσης μ’ όσα δυνηθής, και να μοι την στείλης εις Σύ-
ραν προς τον κύριον Ιωσήφ Βαρτζίλην[9], προς τον ο-
ποίον θέλω δώσει και την ποσότητα της εξαγοράς.
Τα εντεύθεν νέα μ’ όλον ότι η Αμαράντη[10] θέλει σας τ’
αναφέρη λεπτομερώς, σας  τ’ αναγγέλω εν συνόψει . ο γενναίος
πατριώτης μας κύριος Κ: Κανάριος έκαυσε προχθές μί-
αν από τας καλητέρας φιργάδας του Σουλτάνου. και οι υ-
δριο-σπετζώτες συγχρόνως μίαν κορβέταν και ένα πρίκι
Τριπολίνικα[11] . οι κατά της Σάμου σκοποί του εχθρού εματαιώ
θησαν. η δειλία τον εκυρίευσεν. και ημείς ελπίζομεν
δια τούτο να τον ζημιώσωμεν περί πλέον. ταύτα και
μένω εις τους ορισμούς σας 

Σάμω τη 7 Αυγούστου 1824[12] 

Ο των ψαριανών Ναύαρχος

Νικολις αποστολις

 

Ο ναύαρχος μαζί με τους υπόλοιπους ψαριανούς καπεταναίους απευθύνθηκαν και στο Εκτελεστικό για να ζητήσουν την απελευθέρωση των αιχμαλωτισμένων οικογενειών τους καθώς και την τακτοποίηση των λογαριασμών τους με τη Διοίκηση. ΄Εστειλαν όπως τους ζητήθηκε ονομαστικό κατάλογο των δικών τους, αλλά καμμία ενέργεια δεν έγινε.[13] Το Εκτελεστικό όμως με τα οικονομικά μέσα που είχε στη διάθεσή του, δεν ήταν σε θέση να καλύψει παρά μικρό μέρος των βασικών αναγκών των διασωθέντων Ψαριανών και τα απαιτούμενα χρήματα για την απελευθέρωση τόσων αιχμαλώτων ήταν σίγουρα πολύ περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να δώσει για το συγκεκριμένο σκοπό[14], δεδομένου ότι οι ελλείψεις σε τροφές και πολεμοφόδια των επαναστατημένων Ελλήνων είχαν μεγαλύτερη προτεραιότητα. Πιθανότατα το Εκτελεστικό Σώμα απευθυνόταν για την εξεύρεση χρημάτων για παρόμοια αιτήματα στα φιλελληνικά κομιτάτα  της Ευρώπης. Την υπόθεση αυτή ενδυναμώνει η επιστολή του γάλλου στρατηγού Η. Roche, εκπρόσωπου της «Φιλανθρωπικής Εταιρείας εις βοήθειαν των Ελλήνων» στο Παρίσι, προς τον γάλλο πρόξενο David, ένα χρόνο σχεδόν αργότερα στις 4/16 Ιουνίου 1825. Ο Roche ζητά την εξαγορά της Ασημίνας που είχε εντοπιστεί να είναι σκλάβα στην Αδριανούπολη, διαβεβαιώνοντάς τον ότι το ποσό των λύτρων θα του αποδοθεί αμέσως και ότι η συνεργασία του θα ευχαριστήσει ιδιαίτερα το Παρισινό Φιλελληνικό Κομιτάτο. Το σημείωμα που επισυνάπτει για την αναγνώρισή της, λέει: «Σημείωσις της γυναικός, ήτις ευρίσκεται εις Αδριανούπολιν. Αυτή η γυναίκα, οπού ευρίσκεται εις Αδριανούπολιν, ονομάζεται Ασημίνα, θυγάτηρ Ανδρέα Δούκα, γυναίκα Νικολάου Αποστόλη, χρονών 50. η γυναίκα έχει παιδιά αρσενικά πέντε ονομαζόμενα, ο πρώτος Αποστόλης, Γιάννης, Δημήτριος, Ανδρέας και Κωνσταντίνος . έχει και θηλυκά τρία, ονομαζόμενα Μαρία, Αγγέλικα και Δεσπινού. Εις το αριστερόν της χέρι είναι το μεγάλον της δάχτυλον ολίγον σημειωμένον».

Τι να ήταν αυτό το σημάδι στο δάχτυλό της που θεωρήθηκε στοιχείο για την αναγνώρισή της; Πού πιάστηκε αιχμάλωτη η Ασημίνα; Στο σπίτι του προξένου της Ρωσίας Γ. Κομνηνού, ο οποίος συγκέντρωσε όσα γυναικόπαιδα μπόρεσε νομίζοντας ότι οι Τούρκοι βλέποντας τη ρωσική σημαία δεν θα τολμούσαν να το πειράξουν, ή στο φρούριο του Παλαιόκαστρου, όπου είχαν καταφύγει άνδρες, γυναίκες και παιδιά για να σωθούν; Σε ποιο σκλαβοπάζαρο την βρήκε και την αγόρασε ο αφέντης της στην Αδριανούπολη, που την χρησιμοποιούσε μάλλον για οικιακές εργασίες και πόσα ζήτησε για να την απελευθερώσει; Είχε γυρίσει πράγματι στον άνδρα της, τον καπετάν Νικολή που την αναζητούσε, πριν από το θάνατό του στις 20 Απριλίου του 1827;[15]

Οι λεπτομέρειες αυτές δεν θα απαντηθούν μάλλον ποτέ. Ωστόσο η μοίρα της Ασημίνας πέρασε στη «μικρή ιστορία» των ανθρώπων μέσα από τρία[16] ολόκληρα τεκμήρια γιατί έτυχε να είναι γυναίκα ενός επώνυμου Ψαριανού, ενώ εκατοντάδες άλλες γυναίκες, άνδρες και παιδιά που αιχμαλωτίστηκαν, πουλήθηκαν, εξαγοράστηκαν στη διάρκεια της Επανάστασης  παρέμειναν στην ανωνυμία.

 

* * *

[1] Γάλλος διπλωμάτης και ποιητής. Γεννήθηκε στη Falaise, στην περιοχή του Calvados το 1772 και πέθανε στο Παρίσι στις 21 Ιουνίου 1846. Υπηρέτησε στο υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας από το 1795 έως το 1798, ως γραμματέας πρεσβείας στο Μιλάνο το 1798, γραμματέας προξενείου στη Στουτγάρδη το 1799 και στη Μάλτα 1802-1806. Διορίστηκε πρόξενος για πρώτη φορά στη Βοσνία, όπου παρέμεινε από το 1806 έως το 1814 και εργάστηκε με επιτυχία για το εμπόριο της Ανατολής, εξασφαλίζοντας δρόμους και την προστασία του Ιμπραήμ Χαλήμ Πασά και στις 16 Σεπτεμβρίου του 1819 διορίστηκε γενικός πρόξενος της Γαλλίας στη Σμύρνη και στο Αρχιπέλαγος. Στη Σμύρνη, τον Απρίλιο του 1821, διέσωσε από βέβαιη σφαγή περίπου 2000 Έλληνες που κατέφυγαν στο γαλλικό προξενείο στη διάρκεια των διωγμών που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι ως αντίποινα στην κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης, στάση για την οποία παρασημοφορήθηκε με την Légion d’ honneur. Ο David απέδειξε τα φιλελληνικά του αισθήματα στους Έλληνες και κυρίως στους Ψαριανούς σε πολλές περιστάσεις κατά την παραμονή του στη Σμύρνη. Ανακλήθηκε στις 30 Νοεμβρίου του 1826 ύστερα από συκοφαντικές κατηγορίες εναντίον του που προέρχονταν από τη γαλλική πρεσβεία στην Κων/πολη και αναφέρονταν σε υποτιθέμενες διοικητικές παρατυπίες και σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες, οι οποίες επίσημα δεν του ανακοινώθηκαν ποτέ, και συνταξιοδοτήθηκε παρά τη θέλησή του. Είχε παντρευτεί την Marie Jeanne Huet  και είχε τρεις γιους. Έγραψε μεταξύ άλλων: «La Bataille d’Iéna » (1808), «Athènes assiégée» (1827) με το ψευδώνυμο Sylvain Phallantée, « L’Alexandréide ou la Grèce vengée » (1829), «Sélim III, Tragédie en cinq actes» (1836). (Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από τον υπηρεσιακό του φάκελο στο υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας, το Nouveau Larousse Illustré και την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και τα έργα του εντοπίστηκαν στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη).

[2] Με το θέμα του δουλεμπορίου ασχολείται η Ελένη Γαρδίκα Κατσιαδάκη, στην οποία οφείλω το ερέθισμα για το ζήτημα των αιχμαλώτων και κατά συνέπεια την επικέντρωση του ενδιαφέροντός μου και την επισήμανση των σχετικών τεκμηρίων. Βλέπε Ε. Γαρδίκα Κατσιαδάκη «Δουλεία και Διπλωματία. Η σύμβαση της Αλεξάνδρειας (9 Αυγούστου 1828)», στο Δελτίο Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, Ακαδημία Αθηνών, τόμος 2, 2000, σελ. 45-68.

[3] Πρόκειται για τη μελέτη επί υφηγεσία του Α. Βακαλόπουλου, Αιχμάλωτοι Ελλήνων κατά την Επανάσταση του 1821. Θεσσαλονίκη, τύποις Κορνηλίου Θεοδωρίδου, 1941, που επανεκδόθηκε το 2000 από τις εκδόσεις Ηρόδοτος.

[4] Για την πρόσκτηση του αρχείου David , βλέπε «Τα νέα του ΕΛΙΑ», αρ. 59, σελ. 63. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι η συγκεκριμένη αλληλογραφία, που αποτελείται από 18 «σύνολα» (φακ. 1.3) περιλαμβάνει συνήθως εκτός από τα πρωτότυπα των επιστολών της Βουλής των Ψαρών που συνοδεύονται από τη μετάφρασή τους στα γαλλικά ή ιταλικά, και σχέδια επιστολών –απαντητικών και μη- του David προς τους προκρίτους. Αυτή η πληρότητα μας προσφέρει τη δυνατότητα της απρόσκοπτης παρακολούθησης της πορείας των αιτημάτων εκατέρωθεν.

[5] Στο Réponse de Pierre David à la pétition du Sr Marc-Antoine Vigoureux, contre l’administration consulaire du Levant. Paris, Imprimerie Firmin Didot, 1828, ο David επιχειρηματολογεί και δικαιολογεί  τις πράξεις του ως προξένου, απαντώντας στις συκοφαντικές κατηγορίες του Vigoureux εμπόρου και φερόμενου ως εκδότη του Spectateur Oriental. Στις σελίδες 68-71 παραθέτει μεταξύ άλλων αποδεικτικών εγγράφων και δύο επιστολές των προκρίτων Σπετσών και την προσωπική του μαρτυρία, που συμπληρώνουν την υπόθεση της τύχης της Αϊσέ.

[6] Η επιστολή είναι γραμμένη από τον γραμματέα του (Κυριάκο Μαμούνη ή Ι. Πατατούκο;) αλλά φέρει αυτόγραφη υπογραφή του Αποστόλη. Στην παράθεσή της κρατήθηκαν η μορφή και η στίξη της. Βρίσκεται στο αρχείο David (φάκελος 1.7).

[7] Ο Νικολής Αποστόλης γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770. Καταγόταν από οικογένεια ναυτικών, τους Καλημέρηδες από τη Μάνη, που από το Μοριά μετοίκησαν στα Ψαρά μετά το 1715.

Σε νεαρή ηλικία ο Νικολής ακολούθησε  τον Λάμπρο Κατσώνη που με το ρωσικό στολίσκο του και τους κουρσάρους του επιχειρούσε λεηλασίες και  επιδρομές εναντίον εμπορικών και πολεμικών εχθρικών πλοίων και πειρατών στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 19 Μαΐου 1790 στη ναυμαχία στο Κάβο Ντόρο, όπου συγκρούστηκε ο Κατσώνης με τον τουρκικό στόλο με αποτέλεσμα την καταστροφή και τη διαφυγή του στα Κύθηρα, ο Νικολής Αποστόλης σώθηκε  και βρέθηκε στην  Άνδρο, όπου για εβδομάδες κρυβόταν στα βουνά της μαζί με άλλους 17 ναυτικούς. Φυγαδεύτηκαν τελικά με μια τηνιακή τράτα στα Κύθηρα και από εκεί, μαζί με τέσσερις άλλους  Ψαριανούς  κατάφεραν να επιστρέψουν στα Ψαρά. (Βλέπε Κραντονέλλη, Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον ΙΗ΄αιώνα και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση. Αθήνα, Εστία, 1998, σ.151)

Δούλεψε μερικά χρόνια για λογαριασμό Χίων εμπόρων στη συνοδεία πλοίων που είχαν συναλλαγές με τη Δυτική Ευρώπη και γύρω στο 1795 ο καπετάν Νικολής Αποστόλης άρχισε να επιδίδεται στο ναυτικό εμπόριο μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο. Σε διάστημα δέκα πέντε περίπου χρόνων είχαν καταφέρει να αποκτήσουν σημαντική περιουσία που προερχόταν  από το εμπόριο αλλά συγχρόνως και από τις λείες και τα εμπορεύματα που κατέσχαν σε κούρσους και πειρατείες. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Αποστόλης συγκαταλεγόταν στους σημαντικούς παράγοντες των Ψαρών και τα πλοία των αδελφών Αποστόλη κυβερνημένα από συγγενείς και τους  γιους τους όργωναν τη Μαύρη θάλασσα, τη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό.

Το 1818, στην Οδησσό ο Νικολής Αποστόλης μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Μανιάτη Χρυσοσπάθη και με την έκρηξη της Επανάστασης ανακηρύχθηκε από τη Βουλή των Ψαρών ναύαρχος του ψαριανού στόλου παίρνοντας κοντά του ως συμβούλους τους πλοιάρχους Ι.Κάλαρη, Ν.Κοτζιά και Ν.Αργύρη και γραμματέα τον Κυριάκο Μαμούνη.

Ενωμένοι, ο στόλος των Ψαριανών και οι στόλοι των Υδραίων και των Σπετσιωτών με ναυάρχους τον Ανδρέα Μιαούλη και Γεώργιο Ανδρούτσο ή Κολανδρούτσο αποτέλεσαν την ναυτική δύναμη των Ελλήνων στη διάρκεια του Αγώνα.

Η χρηματική περιουσία του Αποστόλη ήταν μεγάλη και κατά την παράδοση του νησιού, όπως αναφέρει ο Σπανός, τοποθετούσε τα τάλληρα ή κολωνάτα σε μια δεξαμενή μέσα στο αρχοντικό του. (Το ίδιο λέγεται και για τον Κουντουριώτη στην Ύδρα). Τα χιλιάδες αποθηκευμένα τάλληρα ξοδεύτηκαν όλα για τις ανάγκες του Αγώνα. Μετά την καταστροφή των Ψαρών και την οικονομική συντριβή της οικογένειας του, τα πλούτη ήταν παρελθόν.

Δανεικά αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Γιακουμάκη Τομπάζη τον Ιούλιο του 1824, γιατί δεν είχε τα απαραίτητα για τους μισθούς και την τροφή  των πληρωμάτων του, αλλά ούτε και για την οικογένεια του. Είχε αναγκαστεί να καταπλεύσει στις Σπέτσες και να βάλει ενέχυρο το πλοίο του «την μόνη [του] παρηγορίαν», όπως γράφει, χωρίς να καταφέρει να πείσει το πλήρωμα του να μην τον εγκαταλείψει. Στέλνει στον φίλο του Τομπάζη  το γιο του Αποστόλη για να  πάρει  2000 γρόσια δανεικά για να «οικονομήσει την φαμιλιάν» του  «όπου είναι γυμνή» διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα τα επιστρέψει επειδή έχει ακόμα ένα σπίτι στην Οδησσό μαζί με τα ανήψια του και κάποιο κεφάλαιο.

Ο Αποστόλης διακρίθηκε στις ναυμαχίες στην Κω και την Αλικαρνασσό καθώς και στη ναυμαχία του Γέροντα (1824) ενώ το 1826 έλαβε μέρος σε μερικές δευτερεύουσας σημασίας επιχειρήσεις. Τον Απρίλιο του 1827, ο Κόχραν, ο οποίος είχε αναλάβει ένα μήνα πριν την αρχηγία όλων των ναυτικών δυνάμεων, τον κάλεσε να τον βοηθήσει στην Αθήνα. Ο Αποστόλης δεν πρόλαβε να πάει γιατί πέθανε από πλευρίτιδα στην Αίγινα στις 20 Απριλίου 1827. Ετάφη με στρατιωτικές τιμές και «διακεκομμένους κρότους κανονίων» στο ναό της Παναγίας, τον δε επικήδειό του εκφώνησε ο γραμματέας της Φιλογενούς Επιτροπής των Ψαριανών, Κ. Ράμφος.

(Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Νικολή Αποστόλη αντλήθηκαν από τον Δημ. Σπανό, Η συμβολή των Ψαρών κατά το 1821. Αθήναι, εκδ. Χάρη Πάτση, 1958, τον Ι. Λαζαρόπουλο, Το πολεμικόν ναυτικόν της Ελλάδος. Από Ανεξαρτησίας μέχρι βασιλείας Όθωνος. Ιστορική μελέτη…. ΄Εκδ. «Ναυτικής Επιθεωρήσεως», 1936, την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια και τη νεκρολογία του στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος, αρ. 42, 23 Απριλίου 1827.)

[8] Για την εκστρατεία του τουρκικού στόλου στα Ψαρά  και την καταστροφή βλέπε Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις. Αθήνα, Μέλισσα, 1958, τόμος 7, σελ. 313-417.

[9] Ο Joseph Bargigli διετέλεσε γραμματέας στο γαλλικό προξενείο το 1823 και προξενικός πράκτορας στη Σύρο στη συνέχεια. Γράφει στις 12 Μαΐου 1824 στον David για λογαριασμό των Ψαριανών, επισυνάπτοντας επιστολή της Βουλής και αποστέλλοντας εκ μέρους της  ένα χρυσό σπαθί με χαραγμένα τα λόγια «Δώρον της νήσου Ψαρών προς τον Κύριον Δαβίδ 1821» σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη φιλελληνική του στάση.

[10] Πρόκειται για τη γαλλική βασιλική γολέτα “L’ Amaranthe”.

[11] Αναφέρεται εδώ στη ναυμαχία της 5ης Αυγούστου 1824 στον πορθμό μεταξύ Σάμου και Μικράς Ασίας. Ο ναύαρχος της υδραίικης μοίρας Γ. Σαχτούρης περιγράφει στο ημερολόγιό του πολύ ζωντανά και με λεπτομέρειες την πυρπόληση της τουρκικής φρεγάτας με το όνομα «Μπουρλότο Τζαϊμαζί» από τον Δημ. Τζάπελη και τον Κανάρη, που μετέφερε 650 ναύτες και 1200 στρατιώτες, την πυρπόληση του «Τουνεζίνικου» μπρικιού από τον Βατικιώτη και της Τριπολίτικης κορβέτας από τον καπετάνιο Δημ. Ραφαλιά. Βλέπε – 567- ημέρες στο Αιγαίο. Γεωργίου Σαχτούρη Ημερολόγιο του πολεμικού ιστιοφόρου «Αθηνά» 1824-1827. Έρευνα, Επιμέλεια κειμένων – Σχόλια  Δημήτρης Σαπρανίδης. [Αθήνα], εκδόσεις Βεργίνα, [1997] σελ. 52-56 και  Αρχείον Ψαρών. Εκδιδόμενον υπό Βασ. Βλ. Σφυρόερα, τόμος Α΄ Έγγραφα των ετών 1821-1824. Αθήναι, 1974, σελ. 435.

[12] Ο Αποστόλης έφθασε στη Σάμο με τα πυρπολικά του, σύμφωνα με το ημερολόγιο του Σαχτούρη, τα μεσάνυχτα της 5ης προς 6η Αυγούστου 1824.

[13] Με πικρία διαπιστώνει την αδικία της Διοίκησης ο Κ. Νικόδημος, βλέπε Υπόμνημα περί της νήσου Ψαρών. Αθήνησι, Δ.Α. Μαυρομμάτη, 1862, σελ. 567-568.

[14] Παρ’όλες τις ελλείψεις που αντιμετωπίζει, η Διοίκηση στέλνει στην Επιτροπή των Ψαριανών στη Μονεμβασία, αν και λίγα καθώς λέει η ίδια, 10.000 γρόσια για την απολύτρωση των αιχμαλωτισμένων οικογενειών τους. Βλέπε Αρχείον Ψαρών ό.π. σελ.449.

[15] Είναι βάσιμη η πληροφορία του συντάκτη του λήμματος για τον Α. Νικολή στη ΜΕΕ, Γ.Δ. Κορομηλά, που αναφέρει ότι πέθανε τόσο φτωχός ώστε η χήρα του απορούσε πώς να τον θάψει; Αν είναι  -δεν μπόρεσα δυστυχώς να το διασταυρώσω- τότε, η ιστορία της αιχμαλωσίας της Ασημίνας είχε αίσιο τέλος.

[16] Πρόκειται για τα εξής τρία τεκμήρια: η επιστολή Αποστόλη προς David, η επιστολή Roche προς  David και το επισυναπτόμενο στην επιστολή Roche σημείωμα που αναφέρεται στην περιγραφή της Ασημίνας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s