Το μάτι τ’ αητού και τ’ αλαφιού το πόδι

Αριστοτέλη Βαλαωρίτη: Θανάσης Διάκος

Από το αρχείο της οικογένειας Βαλαωρίτη, το οποίο απόκειται στο ΕΛΙΑ, στο τμήμα λογοτεχνικών αρχείων, παρουσιάζουμε το χειρόγραφο του πρώτου μέρους του ποιήματος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Θανάσης Διάκος». Ο «Διάκος» εκδόθηκε μαζί με τον «Αστραπόγιαννο» το 1867. Μετά από κάθε σελίδα του χειρογράφου ακολουθεί το κείμενο όπως εκδόθηκε. Έχουν ενδιαφέρον οι διορθώσεις που έκανε ο ποιητής για την έκδοση και ορισμένες σημειώσεις του.

Ἡ παραμονή

«Ἀνέβα, Μῆτρε στοῦ βουνοῦ κατάκορφα τὴ ράχη,
πᾶρε τὸ μάτι τἀητοῦ καὶ τἀλαφιοῦ τὸ πόδι
καὶ τὴν ἀγρύπνια τοῦ λαγοῦ, καὶ στῆσε καραοῦλι.
Κι᾿ ἂν δῇς χιλιάδαις τὸν ἐχθρό, ἄλογα καὶ πεζούρα,
μὲ τὸν Κιοσὲ Μεχμὲτ πασᾶ, τὸν ὕπνο μὴ μοῦ κόψῃς,
στάσου, πολέμα μοναχός. Κι᾿ ἂν δῇς μὲς στὸ φουσάτο
νὰ πηλαλάῃ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα Βρυώνη,
πέτα ροβόλα, κρᾶξε με. Σύρε μὲ τὴν εὐχή μου».
Ἄστραψε ἀπ᾿ ἄγρια χαρὰ τὸ μέτωπο τοῦ κλέφτη,
ἐβρόντησαν τὰ χαϊμαλιά, ἀνέμισε ἡ φλοκάτη,
ἔλαμψε ὁ Μῆτρος μία στιγμὴ κ᾿ ἐσβήστηκε σὰν ἄστρο.
Ὁ Διάκος τὸν συντρόφεψε γιὰ λίγο μὲ τὸ μάτι
κ᾿ ὕστερα πέφτει κατὰ γῆς γονατιστὸς στὴν πέτρα:
«Ἀδέρφια, παλληκάρια μου! Ἐλᾶτε ὁλόγυρά μου
καὶ γονατίσετε μ᾿ ἐμέ. Ὁ κόσμος στὴ χαρά του
εἶν᾿ ἀνθοστόλιστη ἐκκλησιά, κι᾿ ἐδῶ μας παραστέκει

ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔχτισε, γιὰ νὰ τὸν προσκυνοῦμε».
Ἤτανε νύχτα. Τὰ βουνά, οἱ λαγκαδιαίς, τὰ δέντρα,
οἱ βρύσαις, τ᾿ ἀγριολούλουδα, ὁ οὐρανός, τ᾿ ἀγέρι,
στέκουν βουβὰ ν᾿ ἀκούσουνε τὴν προσευχὴ τοῦ Διάκου.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,
Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια
καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνα
σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίρια
γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,
νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,
μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου
νὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.
Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη
νὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω
καὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃ
πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
μοῦ φύτεψες μὲς στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα,
ἔδωκες μίαν ἀχτίδα σου, ἀθέρα στὸ σπαθί μου
καὶ μοὖπες: Τώρα πέθανε γιὰ μέ, γιὰ τὴν πατρίδα!

Ἕτοιμος εἶμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαὶς ἀκόμα
καὶ σβυῶνται τ᾿ ἄστρα σου γιὰ μέ. Γιὰ μὲ θὰ σκοτειδιάσῃ
τὤμορφο γλυκοχάραμα. Θὰ μοῦ κλειστῇ τὸ στόμα,
ποὺ ἐκελαδοῦσε στὰ βουνά, στὴ ρεματιά, στὴ βρύση.
θὰ μαραθοῦν τὰ πεῦκα μου. Ἀραχιασμέν᾿ ἡ λύρα,
ποὺ μοὖταν ἀδερφοποιτὴ κι᾿ ὁποὺ μ᾿ ἐμὲ στὴ φτέρη
ἀγκαλιασμένη ἐπλάγιαζε, τώρα θὰ μείνη στεῖρα
καὶ στάψυχο κουφάρι της θὰ νὰ βογγάῃ τ᾿ ἀγέρι.
Ὅλα τ᾿ ἀφίνω μὲ χαρά, χωρὶς ν᾿ ἀναστενάξω.
Καὶ τὤχω περηφάνειά μου, ποὺ ἐδιάλεξες ἐμένα
αὐτὴν τὴν ἔρμη τὴν πορειὰ μὲ τὸ κορμὶ νὰ φράξω.
Εὐχαριστῶ σε, Πλάστη μου! Δὲ θὰ χαθοῦν σπαρμένα
καὶ δὲ θὰ μείνουν ἄκαρπα τ᾿ ἄχαρα κόκκαλά μου.
Εὐλόγησε τηνε τὴ γῆ ὁποὺ θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσῃ
καὶ στοίχειωσε κάθε κλωνὶ ἀπὸ τὰ χώματά μου,
νὰ γένῃ ἀδιάβατο βουνὸ τὸ μνῆμα τοῦ Θανάση.

Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε τὴν αὐριανὴ τὴ μέρα!
Θὰ μᾶς θυμᾶτ᾿ ἡ Ἀρβανιτιὰ καὶ θὰ τὴν τρώ᾿ ἡ ζήλεια.
Θὰ χλημητᾶνε τ᾿ ἄλογα, θὰ καῖνε τὸν ἀγέρα
μὲ τ᾿ ἄγρια τὰ χνῶτα τοὺς γκέκικα καρυοφύλλια,
θὰ γένουν πάλαι τὰ Θερμιὰ λαίμαργη καταβόθρα…
Χιλιάδες ἦρθαν θερισταὶ καὶ Χάρος ὀργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πὼς δὲ θὰ μείνη λώθρα
σ᾿ αὐτὴν τὴ δύστυχη τὴ γῆ, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος…
Κ᾿ ἐμεῖς θὰ πᾶμε μὲ χαρὰ σ᾿ αὐτὸν τὸν καταρράχτη.
Ἐπάνωθέ μας θἆσαι σύ, καὶ τὰ πατήματά μας
θὰ νἄχουνε γιὰ στήριγμα τὴ φοβερή τη στάχτη,
πὤμεινε σπίθ᾿ ἀκοίμητη βαθειὰ στὰ σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ στὴ Δύση
πὼς δὲν ἀπονεκρώθηκε καὶ πὼς θ᾿ ἀνθοβολήσῃ
τώρα μὲ τὰ Μαγιάπριλα ἡ δουλωμένη χώρα.
Εὐλογημέν᾿ ἡ ὥρα!»

Ἔσκυψ᾿ ὁ Διάκος ὡς τὴ γῆ, ἕσφιξε μὲ τὰ χείλη
κ᾿ ἐφίλησε γλυκὰ γλυκὰ τὸ πατρικό του χῶμα.
Ἔβραζε μέσα του ἡ καρδιά, καὶ στὰ ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ᾿ ἕνα δάκρυ…
Χαρὰ στὸ χόρτο πὤλαχε νὰ πιῇ σὲ τέτοια βρύση!

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τὰ νειάτα, τὴ θωρειά του
τ᾿ ἀστέρια βλέπουν μὲ χαρὰ καὶ κάπου κάπου ἀφίνουν
κρυφὰ τὸ θόλο τ᾿ οὐρανοῦ γιὰ νὰ διαβοῦν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του καὶ τὸν σφιχταγκαλιάζει
στὸν κόρφο της ἡ ἄνοιξη, σὰν νἄτανε παιδί της.
Χαρούμενα τὰ λούλουδα φιλοῦν τὸ μέτωπό του
χάνει μὲ μιᾶς τὴν ἀσκημιὰ καὶ τὴν ταπεινοσύνη
ὁ ἔρμος ἀζώηρος, ἡ ποταπὴ ἡ λαψάνα,
γλυκαίνει τὸ χαμαίδρυο, στοῦ χαμαιλειοῦ τὴ ρίζα
ἀποκοιμιέται ὁ θάναρος καὶ τὸ περιπλοκάδι,
ποὺ πάντα κρύβεται δειλὸ καὶ τ᾿ ἄπλερο κορμί του
ἀλλοῦ στυλόνει τὸ φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται καὶ θέλει νὰ κλαρώσῃ
στ᾿ ἀνδρειωμένο μέτωπο γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ πὼς ἦταν

στὴ φοβερὴ παραμονὴ μία τρίχ᾿ ἀπ᾿ τὰ μαλλιά του.

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου του οἱ ὥραις
ὅσο κι᾿ ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουν
ν᾿ ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ᾿ ἀγριωμένο κῦμα
τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ᾿ ἐκείνην τὴν ρανίδα
πὤσταξ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῇ ἡ μαυράδα,
ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.
Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη,
σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλειά, ὀλάκαιρο ἕνα γένος
ἔκλωθ᾿ ἐκείνην τὴν βραδειά. Ὅταν προβάλ᾿ ἡ μέρα,
θὰ νἄβγουν τ᾿ ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια,
μὲ θεριεμένα τὰ φτερά, ν᾿ ἀρχίσουν τὸ κυνήγι…
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους,
πρὶν μᾶς σκεπάσῃ ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγια
νὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση!

* * *

Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε το 1824 στη Λευκάδα. Γονείς του ήταν ο Ιωάννης Βαλαωρίτης που ασχολήθηκε με το εμπόριο και τις ναυτικές επιχειρήσεις και έλαβε ενεργό μέρος στην πολιτική ως βουλευτής και γερουσιαστής στα Επτάνησα, και η Αναστασία Τυπάλδου Φορέστη. Η οικογένεια Βαλαωρίτη ή Βαλαώρα, καταγόταν από το χωριό Βαλαώρα της Ευρυτανίας. Εκεί σε εξέγερση εναντίον των Τούρκων το 1684-1715 μαρτυρείται η συμμετοχή του Χρήστου Βαλαωρίτη και του μοναδικού γιου του Μόσχου. Την ίδια περίοδο η Βενετία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία, οπότε μετά τη λήξη της εξέγερσης οι πρωτοστάτες της που είχαν καταφύγει στην ενετοκρατούμενη Λευκάδα, ανταμείφθηκαν με την παραχώρηση κτημάτων και τίτλων ευγενείας και την εγγραφή της οικογενείας στο Libro d’ oro. Προπάππος του ποιητή ήταν ο Αθανάσιος Βαλαωρίτης, γιος του Μόσχου. Ο πάππος του ποιητή Χαράλαμπος, ήταν ο μοναδικός γιος του Αθανασίου που επέζησε. Απέκτησε με τη σειρά του τρεις γιους: τον Αθανάσιο που έγινε ιερομόναχος, τον Ευστάθιο που αφού σπούδασε στη Γαλλία και την Ιταλία κατέλαβε σημαντικές πολιτικές θέσεις στα Επτάνησα, και τον Ιωάννη, πατέρα του ποιητή.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης μαθήτευσε στο Λύκειο Λευκάδας και φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία της Κέρκυρας. Το 1842 ταξίδεψε με τον πατέρα του στην Ευρώπη περνώντας από την Ιταλία στη Γενεύη όπου και παρέμεινε για σπουδές ως το 1844. Συνέχισε στο Παρίσι με σπουδές στη Νομική Σχολή (1844-1846), τις οποίες τελικά ολοκλήρωσε στην Πίζα (1846-1848). Στο τελευταίο αυτό διάστημα συμμετείχε στα απελευθερωτικά κινήματα εναντίον των Αυστριακών, και έλαβε μέρος σε επαναστατική εξέγερση στην Ουγγαρία. Το 1852 παντρεύτηκε στη Βενετία την Ελοϊσία, κόρη του Αιμιλίου Τυπάλδου και δύο χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκαν στη Λευκάδα. Απέκτησαν επτά παιδιά που -εκτός από τον Ιωάννη- δεν ευτύχησαν να ζήσουν αρκετά. Με τη σειρά της γέννησής τους ήταν: η Μαρία (1853-1855), ο Ιωάννης (1855-1914), ο Αιμίλιος (1857-1882), η Μαρία (; -1866), ο Ανδρέας (1867-1887), η Όλγα (1869-1897) και η Ναταλία (1870-1875). Στο διάστημα 1860-1864 ο Βαλαωρίτης έκτισε την έπαυλη της οικογένειας στο ιδιόκτητο νησάκι Μαδουρή. Έζησε κυρίως στη Λευκάδα από τις έγγειες προσόδους της κτηματικής περιουσίας του που καλλιεργούσε ή υπενοικίαζε, χωρίς να αποφεύγει τις οικονομικές δυσχέρειες, κυρίως λόγω της συμμετοχής του στον απελευθερωτικό αγώνα των αλύτρωτων περιοχών και στις εκλογικές αναμετρήσεις. Από το 1857 ως το 1868 συμμετείχε στην πολιτική ως βουλευτής Λευκάδας, αρχικά στην Ιόνιο Βουλή και μετά την ένωση της Επτανήσου στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Όπως φαίνεται είχε καλή σχέση με τον βασιλέα Γεώργιο και με τον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο που ως πρωθυπουργός του είχε κατ’ επανάληψη προτείνει το υπουργείο Εξωτερικών, χωρίς εκείνος να το δεχτεί. Ως το τέλος της ζωής του συμμετείχε ενεργά στα απελευθερωτικά κινήματα της Ηπείρου και της Κρήτης, σε συνεργασία με ανάλογα κινήματα των Βαλκανίων όπως του Μαυροβουνίου, παίρνοντας μέρος στις σχετικές οργανώσεις, διακινώντας πολεμοφόδια, περιθάλποντας γυναικόπαιδα. Πέθανε στη Λευκάδα στις 24 Ιουλίου 1879 σε ηλικία μόλις πενήντα πέντε ετών.

Ο Βαλαωρίτης εμφανίστηκε στα γράμματα το 1847 με τα Στιχουργήματα ενώ δέκα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε η συλλογή Μνημόσυνα και ακολούθησαν η Κυρά Φροσύνη (1859), ο Αθανάσιος Διάκος και ο Αστραπόγιαννος (1867), ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου Ε΄, Πατριάρχου Κωνστανστινουπόλεως (1872), ο ημιτελής Φωτεινός (1879). Το έργο του είχε σημαντική απήχηση, κυρίως στην καλούμενη γενιά του 1880, καθώς θεωρήθηκε ότι εξέφραζε την εθνική ταυτότητα και το ηρωϊκό ιδανικό σύμφωνα με το πρότυπο του κλέφτικου δημοτικού τραγουδιού που επίμονα προβαλλόταν ως παράδειγμα προς μίμηση. Οπωσδήποτε ο Βαλαωρίτης, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του στους προλόγους των έργων του, υπήρξε ένας ρομαντικός ποιητής της εποχής του, τον οποίο πάντως ομόφωνα η κριτική διαχωρίζει από τον κύκλο των μαθητών και επιγόνων του Σολωμού. Καλλιέργησε με πάθος και ως τη λεξιθηρική εκζήτηση τη δημοτική γλώσσα, γι’ αυτό και η πρόσκλησή του από το Πανεπιστήμιο να προσφωνήσει τον ανδριάντα του Πατριάρχη το 1872, και η εξαιρετική υποδοχή του ποιήματός του θεωρήθηκαν, πιθανώς περισσότερο από όσο δικαιολογούσαν τα ίδια τα πράγματα, μία νίκη της δημοτικής. Ο Βαλαωρίτης παρέμεινε σε όλη του τη ζωή προσανατολισμένος σε ένα ηρωικό απελευθερωτικό συλλογικό όραμα, παρόλες τις προσωπικές του δυσχέρειες και τις αναπόφευκτες απογοητεύσεις. Το ίδιο όραμα εξέφρασε ενιαία με το λογοτεχνικό του έργο, με τη συμμετοχή του στην πολιτική και στα απελευθερωτικά κινήματα του δικού του τόπου ή άλλων ελληνικών περιοχών, του δικού του λαού ή άλλων λαών της Ευρώπης και των Βαλκανίων.

Εικόνα εξωφύλλου: Ο ήρως και μάρτυς της ελληνικής επαναστάσεως Αθανάσιος Διάκος, έργο του Σωτήριου Χρηστίδη, από την έκδοση: Απόστολος Δούρβαρης, Σωτήριος Χρηστίδης (1858-1940), έκδοση ΕΛΙΑ, Αθήνα 1993.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s